Monday, 16 January 2012

H πιο ευτυχισμένη μαθητεία μου, το Ωδείο

Τη μέρα που άκουσα ότι άνοιξε Ωδείο στην πόλη μας, έτρεξα στη μαμά μου γεμάτη χαρά να της το αναγγείλω. «Μην ενθουσιάζεσαι, θα δεις που δεν θα πάει κανείς και θα κλείσει», μου απαντάει, και δεν με άφησε να γραφτώ.

Πέρασε ένα χρόνος, το Ωδείο δεν έκλεισε. Περνούσα απ’ έξω, άκουγα το πιάνο, και τόσο υπέφερα, που τη δεύτερη χρονιά με λυπήθηκαν και με άφησαν να γραφτώ. Έτσι ξεκίνησα μαθήματα πιάνου και πήγαινα στο Ωδείο τρία απογεύματα την εβδομάδα.

Ήμουνα ευτυχισμένη όταν ανέβαινα τις σκάλες του παλιού σπιτιού. Άκουγα τις περσινές να παίζουνε, ζήλευα, κι έβαλα πείσμα να τις φτάσω. Η μελέτη γινόταν εκεί μόνο μισή ώρα, δεν επαρκούσαν τα δυο πιάνα που είχαν, κι όταν γύριζα σπίτι έπαιζα πάνω στο τραπέζι και τραγουδούσα τις νότες.

Ήταν για μένα η μεγαλύτερη ευτυχία να βρίσκομαι εκεί, να ακούω και να μαθαίνω πιάνο. Δεν με ένοιαζε για τα μαθήματα του Γυμνασίου. Τους έριχνα μια ματιά κι αυτό ήταν όλο. Μετά καθόμουνα κι έπαιζα μουσική. Προσπαθούσα να βρω σπίτια που είχαν πιάνο, να μπορώ να μελετώ πιο πολύ. Η μαμά είχε δυο τρεις φίλες που είχαν πιάνα παλιά, ξεκούρδιστα, ανέγγιχτα για χρόνια, ξεχασμένα σε ανήλιαγα σαλόνια, κλειστά όλο το χρόνο με βαριές βελουδένιες κουρτίνες στα παράθυρα, σκοτεινά και σιωπηλά. Τις παρακάλεσε και πήγαινα, σε ώρες κατάλληλες για να μην τους ανησυχώ, να μελετήσω λίγη ώρα, να προχωρήσω και να φτάσω τις παλιότερες μαθήτριες. Πολλές φορές μου λέγανε ότι τους ενοχλώ, ή ότι θέλανε στο σαλόνι τους να δεχτούνε επισκέψεις, κι έφευγα απογοητευμένη. Με πιάνει ακόμα το παράπονο όταν το σκέφτομαι. Γιατί μωρέ πατέρα, αφού είχες χρήματα, δεν μου αγόραζες ένα πιάνο;

Το ζητούσα το πιάνο, επίμονα και το ονειρευόμουν. Καινούργιο το φανταζόμουνα, με άσπρα πλήκτρα να ακουμπάω τα δάχτυλα και να το κάνω να βγάζει τις μελωδίες. Να παίζω ατέλειωτες ώρες και κανείς να μη μπορεί να με διακόψει.

Τέλος πάντων με τα πολλά, ο πατέρας μου το αποφάσισε να μου αγοράσει πιάνο. Όχι όμως το καινούργιο που ονειρευόμουν, αλλά το παλιό της οικογένειας Παναγοπούλου. Αυτό το πιάνο ήταν της πρώτης γυναίκας του Παναγόπουλου, που ήρθε στο Αγρίνιο να ζήσει με τον άντρα της, κι αφού έκανε και δυο παιδιά, φαίνεται δεν άντεξε τη ζωή του Αγρινίου και χώρισε. Η δεύτερη γυναίκα του δεν έπαιζε πιάνο κι αυτό παρέμεινε κλειστό επί δεκαετίες, ώσπου βρέθηκε ο ξύπνιος ο πατέρας μου και το αγόρασε τότε για 2000 δραχμές.

Έτσι, αντί να χτυπάω τα δάχτυλα στο τραπέζι και να μη βγαίνει κανένας ήχος, έπαιζα πάνω σε αυτά τα κιτρινισμένα πλήκτρα από όπου βγαίνανε οι νότες φάλτσα, και μερικές δεν έπαιζαν καθόλου.

Η μαμά με παρηγορούσε, ότι μόλις μάθω καλά θα μου αγόραζαν καινούργιο. Της άρεσε που προχωρούσα γρήγορα στις σπουδές μου στο Ωδείο. Άνοιγε την πόρτα του σαλονιού και στεκότανε αμίλητη ακούγοντας. Στο τέλος μου ζητούσε να της παίξω κάτι πιο βαρύ, όπως έλεγε, και της έπαιζα Μότσαρτ ή Μπετόβεν.

Στη φωτογραφία είμαστε σε συναυλία του Ωδείου στο σινεμά Τιτάνια, ντυμένες με χλαμύδες για τη χορωδία όπου επίσης συμμετείχαμε.

Friday, 23 December 2011

Γιαγιά υπήρχαν Χριστούγεννα όταν ήσουνα κοριτσάκι;





Έχετε ακούσει για τη Σαρακοστή των Χριστουγέννων; Όταν ήμουν παιδί, στο Αγρίνιο, οι μεγάλοι νήστευαν απο κρέας Τετάρτη και Παρασκευή για σαράντα μέρες. Και την εβδομάδα πριν τα Χριστούγεννα ολόκληρη νηστεύαμε για να κοινωνήσουμε την Παραμονή. Ύστερα τρώγαμε κοτόσουπα, το πρωινό των Χριστουγένννων.
Κι ενώ εμείς νηστεύαμε, το καημένο το γουρούνι στο υπόγειο έτρωγε καλά καλά, για να παχύνει! Τις μέρες της παραμονής σφαζόταν για να γίνει λουκάνικα που θα καταναλώνονταν όλο το χειμώνα. Ενα γουρούνι στο σπίτι δεν είναι απλή υπόθεση, είχαμε διάφορες περιπέτειες. Μια φορά είχε χαθεί, θα έφαγε το σκοινι του και θα το έσκασε. Το ψάχναμε τρεις μέρες σε όλη τη γειτονιά και στο ρέμα που περνούσε δίπλα απο το σπίτι, αλλά δεν το βρήκαμε. Μια άλλη φορά μας είχαν φέρει ένα γουρουνόπουλο για τα Χριστούγεννα, και το κρατούσαμε ζωντανό, δεμένο στο υπόγειο. Πάω να πάρω αλεύρι από κάτω, και βλέπω στο σκοτάδι να τρέχει ένα ζώο κόκκινο γυαλιστερό. Τρομάζω και βάζω τις φωνές. Το καημένο, είχε λυθεί και είχε χύσει το κιούπι με το βύσσινο γλυκό, είχε κυλιστεί ολόκληρο κι είχε γίνει σαν τέρας της Αποκαλύψεως.



Από βραδύς ερχόταν στο σπίτι μας η αδερφή της γιαγιάς, και μας διάβαζε για τη θεία μετάληψη. Ήταν πολύ διαβασμένη και κοσμογυρισμένη γυναίκα, η μοναδική μας συγγενής στο Αγρίνιο. Είχα καημό που δεν είχαμε θείες και θείους και ξαδέλφια. Την αγαπούσαμε πολύ γιατί ήταν όλο καλοσύνη και ακούγοντας την γαληνεύαμε κι εμείς που πάντα νιώθαμε ξένοι σε ξένο τόπο.



Ξημερώνοντας η ημέρα των Χριστουγέννων κτυπούσε η καμπάνα, ακόμα νύχτα. Εμείς κοιμόμασταν βαθιά. Έμπαινε η μαμά στο δωμάτιο κι άρχιζε να μας ξυπνάει ψέλνοντας: «Η γέννησις σου Χριστέ ο Θεός ημών……Άντε σηκωθείτε να πάμε στην εκκλησία!»
Αυτό το επαναλάμβανε δυο τρεις φορές ώσπου να αφήσουμε τα ζεστά μας κρεβάτια, να ντυθούμε τουρτουρίζοντας και να ξεκινήσουμε όλοι μαζί για την εκκλησία. Θέρμανση τα σπίτια είχανε τότε σόμπες που καίγαμε ξύλα και μαγκάλια με κάρβουνο. Τα βράδια έκανε κρύο σε κείνο το μεγάλο σπίτι με τα ψηλά ταβάνια.
Γυρίζαμε από την εκκλησία το ξημέρωμα, και μας περίμενε μια σούπα από κότα. Όλο το σπίτι μοσχομύριζε. Έχω χρόνια να απολαύσω τέτοια μυρωδιά! Ίσως να ήταν το κρύο και η ταλαιπωρία που την έκαναν έτσι νόστιμη, ή η κότα να ήταν στ' αλήθεια αλανιάρα!
Ο αδερφός μου μας έβγαζε μια φωτογραφία στο τραπέζι αναμνηστική। Βέβαια, ώσπου να τη βγάλει το χαμόγελο στο στόμα μας γινότανε γκριμάτσα, γιατί πήγαινε κι ερχότανε, και μετρούσε αποστάσεις και κανόνιζε το φως, εμείς διαμαρτυρόμασταν, κι εκείνος έστηνε τη μηχανή σε ένα τρίποδο, πατούσε ένα κουμπί κι έτρεχε κοντά μας φωνάζοντας, «Μην κινείται τώρα κανείς, ούτε αναπνοή!»


Κι έτσι βλέπετε πώς ήμασταν το 1934, οι τρεις αδερφές με το μπαμπά, τη μαμά μας και τη γιαγιά Καλλιόπη την Πηλιορείτισσα που είχε έρθει και ζούσε μαζί μας.



Sunday, 20 November 2011

Ο τραπεζίτης και η τραπεζίτισσα





Τον Παπαδήμο δεν τον είχα διοικητή στην Τράπεζα Ελλάδος, δεν τον πρόλαβα δηλαδή, είχα πάρει σύνταξη όταν έγινε εκείνος διοικητής. Από νεώτερους συναδέλφους άκουγα ότι ήταν εξαιρετικός στη δουλειά του και μοναδικός σαν άνθρωπος ανάμεσα στους διοικητές, στους τρόπους και στο σεβασμό απέναντι στους υπαλλήλους. Έχοντας ακούσει όλ’ αυτά χάρηκα πολύ που ανέλαβε την πρωθυπουργία. Ίσως καταφέρει να σώσει τη χώρα από την κατρακύλα.
Άρχισαν βέβαια αμέσως να τον βρίζουν, κι ανάμεσα στ’ άλλα τον λένε και τραπεζίτη. Σα να ήταν δική του η Τράπεζα! Θυμήθηκα μια φορά που τα παιδιά μου ήταν μικρά και με λέγανε και μένα τραπεζίτη.
Δούλεψα τρισήμισι δεκαετίες στην Τράπεζα της Ελλάδος, και τραπεζίτης δεν υπήρξα βέβαια, αλλά το μαγικό τραπεζάκι που στρωνόταν κάθε μέρα χάρις στο μισθό μου το απέκτησα. Δεν ήταν η δουλειά που ονειρευόμουν, και δεν την αγάπησα ποτέ. Τα χρόνια που εγώ δούλευα δεν ήταν όπως τώρα. Δουλεύαμε καθημερινά οχτάωρο, έξι μέρες την εβδομάδα, και δεν έπρεπε ποτέ να αργούμε το πρωί. Αν αργούσαμε δεν μας άφηνε ο θυρωρός να υπογράψουμε το δελτίο, κι αυτό σήμαινε περικοπή μισθού. Το πρωινό ξύπνημα και η τρεχάλα γι αυτό το δελτίο ήταν ο εφιάλτης μου, ιδίως όταν τα παιδιά μου ήταν μικρά κι έκλαιγαν επειδή έφευγα αξημέρωτα.
Φορούσαμε πάντα ποδιά την ώρα της δουλειάς. Για να πάμε στην τουαλέτα χρειαζόμασταν άδεια, και για καφέ επίσης. Η σημερινή ελευθερία των εργαζομένων στην Τράπεζα για μας ήταν επιστημονική φαντασία.
Ωστόσο στην Τράπεζα της Ελλάδος οι εργαζόμενοι είχαν διάφορα προνόμια, όχι μόνο τον καλό μισθό. Υπήρχαν οι κατασκηνώσεις για τα παιδιά του προσωπικού στην Πάρνηθα, που ήταν σπουδαία προσφορά για τις εργαζόμενες μητέρες. Τώρα υπάρχει κι ένας εξαιρετικός παιδικός σταθμός, που τότε δεν υπήρχε. Πιστεύω ότι είχαμε πολύ προοδευτική εργατική συνείδηση. Υπήρχε ασφάλιση των μελών της οικογένειας, γενικά καλές κοινωνικές παροχές, ένα σύστημα που αν εξελισσόταν σε άλλους τομείς ανταποδοτικά, όχι με κρατικές παροχές, θα μπορούσε να ακολουθήσει το σουηδικό μοντέλο. Δεν μπορώ να πω ότι παρακολουθώ και τώρα λεπτομέρειες, αλλά νομίζω ότι ο σύλλογος μας είναι ευρωπαϊκών προδιαγραφών.
Δεν αγαπούσα τη δουλειά στην Τράπεζα, είχα σχεδιάσει αλλιώς τη ζωή μου. Αλλά ο πόλεμος έφερε πτώχευση στην οικογένεια και δεν μπόρεσα να σπουδάσω, ούτε να γίνω πιανίστα. Έδωσα όμως τις εξετάσεις στην Πάτρα και πέρασα. Έπιασα δουλειά το 44 στο Αγρίνιο. Η φωτογραφία είναι στα σκαλιά της Τράπεζας εκείνο τον πρώτο καιρό. Τις πρώτες μέρες μούσκευα με δάκρυα τα χαρτιά στη γραφομηχανή. Ύστερα συνήθισα, γνώρισα εκεί πολλούς προοδευτικούς ανθρώπους. Ναι, ήταν χώρος ανοιχτόμυαλων και προοδευτικών ανθρώπων η Τράπεζα Ελλάδος.


Το 1952 πήρα μετάθεση για την Αθήνα, όπου έμεινα ως τη σύνταξη.


Η δουλειά στην Τράπεζα με βοήθησε να ζήσω με αξιοπρέπεια. Όση πίκρα κι αν μου άφησε η στέρηση της καλλιτεχνικής πορείας που ονειρευόμουνα, δεν μπορώ να μην αναγνωρίσω εκ των υστέρων ότι ήταν σημαντικό για μένα το γεγονός πως δούλεψα και κέρδισα χρήματα, σε αντίθεση με πολλές γυναίκες της γενιάς μου.
Τα δε παιδιά μου είναι περήφανα για μένα. Έστω κι αν έκλαιγαν όταν ήταν μικρά κι έφευγα από το σπίτι.

Tuesday, 25 October 2011

Aνυποψίαστες

Κάθε χρόνο στις 28 Οκτωβρίου, όταν τα παιδιά μου ήταν μικρά, συνηθίζαμε να καθόμαστε πολλές ώρες το μεσημέρι στο οικογενειακό τραπέζι και να ακούμε τις αναμνήσεις του άντρα μου από τον πόλεμο. Την ημέρα που μας επιτέθηκε η Ιταλία εκείνος ήταν κιόλας ώριμος άντρας, είχε κάνει τη θητεία του σαν έφεδρος, και δεν περίμενε να νυχτώσει, πήγε να καταταγεί από την πρώτη στιγμή. Είχε πολλά να πει, γιατί μετά την ήττα της Ελλάδας από τη Γερμανία είχε φύγει για την Αίγυπτο μέσω Τουρκίας, είχε πολεμήσει στο Ελ Αλαμέιν, είχε πάρει μέρος στο κίνημα του Απρίλη του 43, είχε πάει σε στρατόπεδο στην Ερυθραία, είχε γυρίσει πίσω το 45… Βέβαια αυτά τα τελευταία δεν τα έλεγε στα παιδιά, δεν θα καταλάβαιναν. Ούτε εγώ καλά- καλά δεν μπορούσα, ή δεν ήθελα να τα καταλάβω.
Εγώ όμως στις 28 Οκτωβρίου του 1940 ήμουν 14 χρονών, πήγαινα Β’ Γυμνασίου, και δεν είχα ιδέα. Κοιτάξτε αυτή τη φωτογραφία από την εθνική επέτειο της ίδιας χρονιάς, λίγους μήνες πριν, που είχαμε φορέσει τις επίσημες στολές μας. Στο σώμα είμαστε σχεδόν γυναίκες, αλλά στο μυαλό είμαστε ακόμα παιδιά. Ανυποψίαστα, χαρούμενα, δεν ξέραμε τι μας περίμενε…
Εγώ είχα φτιάξει τα μαλλιά μου μπούκλες για την περίσταση, μαζί με τις άλλες που είχαν μακριά μαλλιά. Ανυπομονούσαμε να μεγαλώσουμε. Ήθελα να γίνω καλλιτέχνης, σπούδαζα πιάνο στο Ωδείο. Είχα κάνει τη μεγάλη μου επανάσταση στο σπίτι με το πιάνο. Δεν ήθελαν οι γονείς μου να γραφτώ, κι αφού έκλαψα επί ένα χρόνο, μόνο τότε πείστηκαν. Κι ύστερα δεν μου αγόραζαν πιάνο. Περνούσα ώρες να εξασκώ τα δάχτυλά μου στο τραπέζι…
Τα σχέδια μου λοιπόν ήταν να γίνω πιανίστα, και βεβαίως να σπουδάσω και κάτι φιλολογικό. Αρχαιολογία μάλλον έλεγα. Τι χειραφετημένες, τι μοντέρνες γυναίκες θα γινόμασταν, και τι ελεύθερη ζωή θα ζούσαμε, που δεν την είχαν δει ούτε στο όνειρο τους οι μαμάδες μας κι οι γιαγιάδες μας!
Κι εκείνη την ημέρα του Οκτώβρη, μια βροχερή, συννεφιασμένη μέρα, δεν καταλάβαμε στην αρχή. Είχα φτάσει στο σχολείο λαχανιασμένη από την τρεχάλα, κι όταν μας είπαν ότι δεν θα κάναμε μάθημα, γυρίσαμε παρέα στα σπίτια μας όλο γέλια και χαρές. Στα μαγαζιά και στο δρόμο βλέπαμε ανήσυχους τους ανθρώπους και δεν καταλαβαίναμε…
Α ναι, μετά τα καταλάβαμε όλα. Είδαμε τους πληγωμένους φαντάρους να φτάνουν από το μέτωπο και να τους κόβουν τα πόδια στη διπλανή αποθήκη Παπαστράτου που έγινε νοσοκομείο. Είδαμε την περιουσία του πατέρα μου να χάνεται μέσα σε μια μέρα, γιατί ήταν σε μετρητά. Είδαμε τους ναζί να φτάνουν στην πόλη μας, να συνεργάζονται με τα Τάγματα Ασφαλείας, είδαμε κρεμάλες στην πλατεία της πόλης μας, εκεί που κάναμε γιορτές και παρελάσεις. Είδαμε πολλά, που δεν τα θέλαμε, ωριμάσαμε με τρόπο που δεν θέλαμε.
Το Ωδείο έκλεισε. Δεν σπούδασα τίποτε, χρειάστηκε να πιάσω δουλειά με το που τέλειωσα το σχολείο. Τα σχέδια μου καταστράφηκαν, και δεν μπορούσα ούτε να παραπονεθώ, γιατί άλλοι είχαν χάσει τη ζωή τους, τα αδέρφια τους, τα παιδιά τους. Θα ήθελα να θυμίσω στους σημερινούς νέους, με όλες τις στεναχώριες που περνάνε, να μην ξεχνάνε πόσο τυχεροί είναι που δεν έζησαν πόλεμο. Πρέπει κάθε μέρα να ξυπνάνε και να λένε: «Σε ευχαριστώ Θεέ μου που γεννήθηκα μετά το 50 και δεν έζησα πόλεμο!» Όχι να κατεβαίνουν οπλισμένοι με λοστούς στο κέντρο της Αθήνας και να γράφουν συνθήματα στους τοίχους, ότι έχουμε πόλεμο! Ζούμε ακόμα εμείς που τον γνωρίσαμε. Ας σεβαστούν τις γιαγιάδες και τους παππούδες τους, αφού την εμπειρία δεν θέλω να ευχηθώ να την αποκτήσουν…

Sunday, 9 October 2011

Ψηλότερη για λίγο

Τι σοβαρά παιδάκια στη φωτογραφία, εν αντιθέσει με την πραγματικότητα, που ήμασταν διαόλια! Η μικρή μου αδερφή είχε φήμη μεγάλου καπετάν -φασαρία, αλλά εδώ καταφέραμε να μείνουμε για λίγο ακίνητες κι αγέλαστες, σα να παίζαμε το παιχνίδι με τα αγάλματα. Ποζάρουμε στο στούντιο του Ξυθάλη, μπροστά στη ζωγραφισμένη του κουρτίνα, φορώντας τα πανομοιότυπα ναυτικά κοστούμια μας, ραμμένα κατ' οίκον, τα σοσόνια μας και τα γοβάκια μας, εκείνη λευκά, εγώ μαύρα. Πάλι καλά που δεν είμαστε δίδυμες, δεν θα μπορούσαμε να ξεχωρίσουμε τον εαυτό μας!




Υπήρχε μια μανία με την ομοιομορφία όταν ήμασταν παιδιά. Έπρεπε να είμαστε ντυμένα, χτενισμένα και ποδεμένα με συγκεκριμένο τρόπο για να φαινόμαστε καθώς πρέπει, κι ανέκφραστα όταν μας απαθανάτιζαν. Απο κει και πέρα ό,τι μπορούσε κανείς να ξεχωρίσει ας ξεχώριζε...


Κι αυτή η μανία με τα ναυτικά που κράτησε δεκαετίες; Λες και μας ετοίμαζαν για πλήρωμα σε υπερωκεάνειο, ή για στράτευση στο πολεμικό ναυτικό...
Αυτό που ξεχωρίζει εδώ είναι το ύψος και λιγότερα τα χρώματα. Εγώ ήμουν ξανθιά και η αδερφή μου μελαχρινή. Ελάχιστα φαίνεται αυτό στην ασπρόμαυρη φωτογραφία..


Η μαμά μου έχει χτενίσει τα μαλλιά σε δυο κοτσίδες στριφογυριστές και στερεωμένες στ αυτιά, που τις έλεγα κεφτέδες. Είχαν αστείο όνομα αλλά ήταν πολύ άβολες. Ονειρευόμουν να απαλλαγώ απο τις κοτσίδες μου... Η μικρότερη αδερφή μου, που είναι εδώ πιο κοντή απο μένα, όταν μεγαλώσαμε έγινε η πιο ψηλή απ΄όλες μας.




Ο μπαμπάς μου ήταν πολύ περήφανος που είχε τόσες κόρες και σε όλα τα χρώματα: Πρασινομάτες δυο, οι μεγαλύτερες, γαλανομάτα μία, εγώ, κι η μικρή μας με μάτια μαύρα. Όταν τον πείραζαν που είχε κόρες και θα έπρεπε να μαζέψει προίκες, δήλωνε πάντα με την ίδια περηφάνεια:


-Θα πληρώσουν πολλά για να πάρουν τις δικές μου κόρες!


Και τελικά απεδείχθη ότι δεν είχε εντελώς άδικο...

Tuesday, 13 September 2011

Μέρες του σχολειού


Καλή χρονιά στα παιδιά που ξεκινάνε το σχολείο. Αν μπορείτε μην τα συνηθίζετε στη γκρίνια. Τα χρόνια αυτά είναι μοναδικά.

Βέβαια η πρώτη μέρα του σχολειού δεν είναι ιδανική ανάμνηση για όλους. Εγώ ας πούμε είχα περάσει δύσκολες ώρες την πρώτη μέρα της Πρώτης Δημοτικού. Ενώ είχα πάει όλο κέφι και χαρά, κάπως φοβήθηκα τους αυστηρούς δασκάλους, τον παιδονόμο, το βλοσυρό παπά κι απο το φόβο μου κατουρήθηκα μέσα στην τάξη. Tρόμος με έπιασε, μη με καταλάβουν και με τιμωρήσουν, ή με αρχίσουν στην καζούρα, ή και τα δύο. Έμεινα ακίνητη και σκουπίστηκε με το φόρεμα μου χωρίς να τα καταλάβει κανείς. Ευτυχώς καταφερα να μη με πάρουν χαμπάρι.

Στο διάλειμμα σηκώθηκα κι έτρεξα στο σπίτι μου ν' αλλάξω, γύρισα μετά σαν αστραπή. Ηθικόν δίδαγμα: Το καλύτερο σχολείο είναι αυτό που βρίσκεται κοντά στο σπίτι σου, όπως λένε και οι παιδαγωγοί.

Ο παιδονόμος ήταν ένας τρομερός τύπος που τριγυρνούσε στην αυλή με μαστίγιο για να μας φοβερίζει και να καθόμαστε φρόνιμα। Μια μέρα με χτύπησε στα πόδια μόνο και μόνο επειδή έπαιζα κυνηγητό στο διάλειμμα! Πήγα σπίτι κλαίγοντας και εξήγησα στον πατέρα μου τα καθέκαστα. Ξαναγυρίσαμε μαζί στο σχολείο, έπιασε τον παιδονόμο και του έβαλε τις φωνές. Από τότε μπορούσα τουλάχιστον να παίζω στα διαλείμματα.

Όταν σας πιάνει το παράπονο για τα σχολεία να σκέφτεστε καμιά φορά κι εμάς που είχαμε παιδονόμους, τρώγαμε ξύλο νομίμως, κι ήμασταν στην τάξη πολύ περισσότεροι από είκοσι...

Στη φωτογραφία εδώ με τη δασκάλα μου δεν είμαστε όλη η τάξη, έχει κοπεί η φωτογραφία, δεν ξέρω γιατί, και λείπουν πολλοί.

Ας μπορέσουν τα παιδιά να χαρούν τα παιδικα τους χρόνια στο Σχολείο, ας περάσουν όμορφες στιγμές, ή έστω αστείες, ας γνωρίσουν πολλούς φίλους, ας γνωρίσουν επίσης και λίγα απο τα ταλέντα τους.

Tuesday, 26 July 2011

Ρηχά είναι, μπείτε!



Μισοί μέσα, μισοί έξω, ποδόγυροι που βρέχονται, κορίτσια που διστάζουν, αγόρια που καμαρώνουν, τσούρμο συνέχεια, να μην μπορείς να ξεμοναχιαστείς καθόλου, κι ο αδερφός μου φρουρός του χρόνου με την άβολη φωτογραφική του μηχανή, που μας ακολουθούσε παντού।

Αμφιλοχία και πάλι.